Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

Εδώ

Εδώ

Με σκέφτεσαι καθόλου;
-Συνέχεια
Δεν θέλω συνέχεια.
-Τότε καθόλου. Δεν χρειάζεται.
Δεν χρειάζεται;
-Όχι. Αλλάζω…βγάζω φτερά…στο είπα…
…ταξιδεύω τώρα σε νέους κόσμους…
…μυρίζω κεραυνούς…
Με σκέφτεσαι καθόλου;
-Στα αυτιά μου η φωνή σου
και στα ακροδάχτυλά μου λείπει το δέρμα σου…
…στη γεύση μου αφημένο κάτι από σένα
και όταν κλείνω τα μάτια εμφανίζεσαι…
..στο χαμόγελο…στον ιδρώτα….
Με σκέφτεσαι καθόλου;
-Καίγονται οι λαγόνες μου και γεύομαι βογγητά…
Με σκέφτεσαι καθόλου;
-Στο καθόλου οι απαντήσεις μου είναι όχι…

Θ. Σίδερης, 20/10/2015

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015

14/10/2015


14/10/2015

- Πόσον καιρό έχεις να με ντύσεις με λέξεις;
- Πολύ.
(του χαϊδεύει απαλά το πρόσωπο και χαμογελά)
- Γιατί;
- Δεν τις χρειαζόσουν.
(απορημένη)
- Γιατί;
- Ήταν καλοκαίρι. Χάζευα τις γάμπες σου...τα μπράτσα...τις μικρές ατέλειες στο δέρμα σου...ήθελα να σε βλέπω...δεν σε χόρταινα....
(χαμογελά ξανά) 
- Γιατί;
- Επειδή σε χάζευα...επειδή θύμωνα και θύμωνες...επειδή ένοιωθα πως είμαι ικανός μόνο για λέξεις κι εσύ δεν τις χρειαζόσουν.
(σκυθρωπιάζει)
-Γιατί;
- Επειδή κάθε μέρα μου είναι μια αρχή, και κάθε νύχτα είμαι φτασμένος. Επειδή κάθε πρωί αρχίζω ξανά και κάθε βράδυ χτίζω.
- Και γι' αυτό δεν με τάιζες με λέξεις; Γι' αυτό δεν με έντυνες;
(Σωπαίνει)
- ...
- Και τώρα γιατί δεν μιλάς;
- Γιατί γράφω...
Μα για λίγες στιγμές δεν μπορούσε να γράψει,
τι δυνάμωσε πολύ το φως στο δωμάτιο....

Θ. Σίδερης, 14/10/2015

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2015

I
Θέλησα να φύγω
μα δεν είχα πόδια
και με τα χέρια
σερνόμενος,
κατέβηκα τη σκάλα.
Κάποιες φορές κατρακύλησα.
Στο δρόμο
            μάζευα σκόνες
φύλλα
ποιός ξέρει αν
            είχε φτύσει κάποιος
εκεί που σερνόμουν.
Ώρες μου πήρε.
Ώρες, ακούς;
Να φτάσω το νερό.
Έπεσα μέσα
και κολύμπησα.

II
Κολυμπούσα
μόνο με τα χέρια
κάπου κάπου
            βουτούσα το κεφάλι
κάτω από το νερό
και ο βυθός
σπαρμένος με πτώματα.
«Είμαστε οι αδικημένοι»
έλεγαν.
Κανείς
            κανείς δεν φώναζε.
Περπατούσαν θαρρείς
ζούσαν
σε κόσμο δικό τους.
«Έλα»
            μου είπαν.
Μου φώναζαν
            «Έλα».
Κι εγώ
            μαζί τους στο βυθό
            βρήκα πόδια.


III
Βρήκα πόδια
            και
ξεκίνησα μαζί τους να ζω.
            Μα ούτε στον κόσμο ένοιωθα
            ούτε στους αδικημένους πως ανήκω.
Μόνο κοιτούσα τα χέρια μου
κι έβλεπα πως
            έλειπε πηλός.
Με τα πόδια
            -τα πόδια, ακούς;!
            Τα πόδια!-
στο βυθό περπατώντας
έφτασα στο πιο
κοντινό νησί.
Βγήκα στη στεριά
            και μουσκεμένος
χόρευα.

IV
Χόρευα
            και πλάϊ μου
άκουγα
τον παφλασμό της
θάλασσας.
Μακριά
βροντές βροχής
μπουμπουνητά
μύριζα τον άνεμο.
Γυμνώθηκα
απέναντι στη μέρα.
Κι όταν ήρθε το βράδυ
            με βρήκε ζωντανό.

Θ. Σίδερης, 16-24/07/2015

Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

Ερωτευμένος

Ερωτευμένος

Το γέλιο
το κλάμμα
το βλέμμα
το χαμόγελο
το άγγιγμα
οι σιωπές
οι φωνές
οι κραυγές των ψιθύρων
ο ύπνος
το ξύπνημα.
Όλα.

Θ. Σίδερης, 07/05/2015

Τετάρτη 15 Απριλίου 2015

16/04/2015

Κανείς δεν γνώριζε
γιατί
εκείνος ο άνθρωπος
ακροπατούσε
προσεκτικά
            στους
καβαλλάρηδες
από τις στέγες των σπιτιών
            πάνω στα κεραμίδια.
Άλλοι έλεγαν πως
            έμμεσα
            σεβόταν το χώμα
τους νεκρούς του
τη ζωή
            και γι’ αυτό
                        πατούσε προσεκτικά.
Άλλοι νόμιζαν
πως θεωρούσε
            το κάθε τι
ζωντανό
και πάσχιζε να μην το πονέσει.
Εγώ πάλι
            πίστευα πως
το να προσπαθεί να κρατήσει την ισορροπία του
ήταν ο μόνος τρόπος
για να μην κοιτάζει χαμηλά
μα μπροστά
και ολόγυρα.

Θ. Σίδερης, 16/04/2015

Τρίτη 14 Απριλίου 2015

Ξύπνημα

Ξύπνημα
 
Η εικόνα
            ενός βουνού στον Ορίζοντα
να ‘ναι πρωΐ
            κάπου παράμερα η θάλασσα
να ‘ναι πρωΐ
το κορμί σου πλάϊ μου
να ‘σαι εκεί
            κολλημένη πάνω μου
να κοιμάσαι
να ξυπνάς.
Να νοιώθω δροσιές
να μυρίζω αέρα
αναπνοές να ακούω
            και τιτιβίσματα.
Τα χείλη σου πάνω μου
να νοιώθω
ζεστά.
            Να υπάρχουμε θέλω.

 
Θ. Σίδερης, 15/04/2015 (Έμπνευση: «Πετάω», Μ. Ρίζου-Π. Μουζουράκης).

Κερασιές

Κερασιές
 
Εκείνον τον Απρίλη
οι άνθρωποι άπλωναν
τα χέρια τους
σαν κλαριά από δέντρα.
Και μόνο έπιαναν αέρα
και κενό.
Κι αν κάπου κάπου
τύχαινε
κάποιος να πιάσει ένα σύννεφο
και να το φωνάξει
τον έλεγαν ηλίθιο
και δεν τον πίστευε κανείς.
Άπλωναν λοιπόν τα χέρια τους
και τα πόδια έπιαναν ρίζες
στο χώμα
να μη μείνουν μετέωροι.
Μα πιο παράξενο από όλα
τα μάτια τους
έβγαιναν από τις κόγχες
και
κατακόκκινα απ’ την προσπάθεια
να δουν
να θαυμάσουν
έμοιαζαν με πορφυρά κεράσια
μέχρι που τελικά κρέμονταν
σαν ώριμα φρούτα.

Θ. Σίδερης, 14-15/04/2015