Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Ζωντανά Οδοστρώματα

Ζωντανά Οδοστρώματα

I
Περνώντας
την τελευταία σήραγγα
της Περιμετρικής Πατρών
βρέθηκα
από ηλιόλουστο πρωινό
σε συννεφιά
απαλή γκρίζα
θολό τοπίο.
Ομίχλη ήταν
πάχνη
από τη θάλασσα
ανέβαινε στις πλαγιές.

II
Και είπα
Έτσι και οι ζωές
των ανθρώπων
από το φως
στο γκρίζο
(και στο σκοτάδι της σήραγγας, βεβαίως)
και πάλι στο φως.
Για πόσο;
Για πόσο…

III
Και είδα
χέρια
να βγαίνουν από
τη σήραγγα πίσω μου
να απλώνονται
να με κυνηγούν
χέρια και από το
οδόστρωμα γύρω μου
τρύπησαν
το πάτωμα του αυτοκινήτου.
Ένα
μπήκε στο στέρνο μου
έπιασε την καρδιά μου
την ξερίζωσε
μου την έδειξε
μπροστά μου να χτυπά.
Βρωμούσε σαπίλα
χτυπούσε
ώσπου πήρε φωτιά
και σαν Φοίνικας
φάνηκε πάλι ολόλαμπρη.

IV
Δεν κατάλαβα πότε
βρέθηκα παρκαρισμένος
μπροστά στη δουλειά.
Πότε βρέθηκα
παρκαρισμένος
πλάϊ στη ζωή μου
μέσα στη ζωή μου
μπροστά από τη ζωή μου.

Θ. Σίδερης, 01/04/2016

Πέμπτη 10 Μαρτίου 2016

Περιμετρική Πατρών, Κόμβος Εγλυκάδος

Περιμετρική Πατρών, Κόμβος Εγλυκάδος

Να ήταν, λέει,
η είσοδος στον μεγάλο δρόμο
να μη σε οδηγούσε στη δουλειά.
Ανοιχτός ο δρόμος και
το ταξίδι συνεχές
-όχι βεβαίως αέναο,
αλλά και γιατί όχι;-.
Δέντρα σε
λιβάδια
πλαγιές
να λούζονται στον ήλιο
ακρογιαλιές να
            χαϊδεύονται από τη θάλασσα
κι εκείνη
            με τη σειρά της
            να πίνει βροχή.
Γεμάτο το ντεπόζιτο
με καύσιμα
και το κεφάλι σου άδειο.
Κάπου κάπου μόνο
η μορφή της στο διπλανό κάθισμα
να σπάει κάθε σκοτάδι
και
το γέλιο της
να βγαίνει απ’ τα παράθυρα
του αυτοκινήτου
έξω
            στον αέρα.
Οι σήραγγες να
φαίνονται λαγούμια
να ξεκινάς να αλλάζεις.
Στις γέφυρες
να νοιώθεις πως πετάς
μετέωρος στο μπροστά και το πίσω.
Να ψηλώνεις.
Να μη σε χωράει το κάθισμα.
Ο τόπος να μη σε χωρά.
Πρόσωπο
δόντια
μάτια.
Να αλλάζεις
μα ίδιον να σε δείχνει ο καθρέφτης.
Κι όταν φτάσεις όπου φτάσεις
όταν πεις
            πως θα σταματήσεις κάπου
έστω για λίγο
το πόδι σου να τραντάζει το χώμα
και να λάμπει ο ήλιος.
Να λάμπει.

Θ. Σίδερης, 11/03/2016

Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016

Το δέντρο

Το δέντρο

Ρουφούσα
            υγρασία από μαύρο χώμα
βαθιά ριζωμένος σε τόπο άγνωστο.
Άλλαζε γύρω μου συχνά το τοπίο.
Κάμπος, πεδιάδα, κορυφή, ακρωτήριο.
Τώρα οι ρίζες μου
            τινάζουν πέτρες και χώματα.
Περπατώ στο πλάι των εικόνων και των ήχων.
Βγάζω χέρια
            να μπορώ να σε αγκαλιάζω ολόκληρη.
Σε ένα σύννεφο σχηματίστηκε η μορφή σου
κι όταν με βρέχει
πίνω αχόρταγα.

(Στην Ι.Β.)
Θ. Σίδερης, 13/01/2016.

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2015

Αυχενικό Σύνδρομο

Αυχενικό Σύνδρομο

Δεν μπορώ
να στρέψω προς τα πίσω
τον αυχένα μου.
Ευθεία κοιτώ
            στα πλάγια στρέφω λίγο
το κεφάλι.
Μα όταν
προσπαθώ
να κοιτάξω πίσω
πονάω.
Και κάτω, να κοιτάξω
            τα πόδια μου
τα ίδια.
Αδύνατον.
Με παρηγορεί η φωνή
που λέει
«Τα πόδια σου ξέρουν που
πατούν.
Εσύ κοίτα τον Ορίζοντα.».

Θ. Σίδερης, 24-25/11/2015

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

Ο Αθάνατος

Ο Αθάνατος

I
Ήταν ένας άνθρωπος
που
ένας θρύλος λέει
πως έμεινε Αθάνατος
επειδή κάθε τόσο
σκότωνε τον εαυτό του.


II
Έβαζε λένε
στον κρόταφό του
μια πένα
ή
ένα μολύβι
και
πυροβολούσε.
Γέμιζε το μυαλό του
με μελάνι
ξεχείλιζε από το στόμα
τη μύτη του
ο γραφίτης
περνούσε με ταχύτητα
μέσα από τους νευρώνες.
Έφτυνε λέξεις
έγραφε ζωές
κι έπειτα πέθαινε.


III
Την επόμενη μέρα
ολοζώντανος ξανά
περπατούσε ανάμεσά μας.


IV
Άλλοτε πάλι
πήγαινε στον γενέθλιο
τόπο του.
Βουτούσε στη θάλασσα
και κρατούσε την
αναπνοή του
όσο μπορούσε.
Κοιτούσε τον βυθό
έψαχνε σημεία-θαύματα
κι όταν κόντευε να
πνιγεί
ανέβαινε στην επιφάνεια.
Τούτο τον γλίτωνε.
Να ζει τις ομορφιές
ίσα που να πεθάνει.
-Δύσμοιρε!-
τον φώναξε κάποιος
-Αν δεν σε σκοτώσει
η ομορφιά
τί ζεις;-
Δεν τον ένοιαζε.
Κάθε μέρα πέθαινε.
Η ομορφιά είναι για να σε ζωντανεύει
ψιθύριζε.


V
Τελευταία φορά που τον είδα
ήταν πίσω από έναν καθρέφτη
και μου φάνηκε αγέραστος.

Θ. Σίδερης, 1-3/11/2015