Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Το μαύρο παραμύθι

Το μαύρο παραμύθι
===============
Μια φορά κι έναν καιρό
ήταν ένας άνθρωπος
φιλήσυχος
    σχεδόν σε όλα
περπατούσε στον δρόμο
το ψιλόβροχο του νότιζε το παλτό του
ανέπνεε εκείνος βροχές
και σύννεφα
ως το πρωϊνό
    εκείνο
του Νοέμβρη
που τα μάτια του
έγιναν κίτρινα
μήτε ασπράδι φαινόταν
    μήτε ίριδα
    μήτε κόρη
μόνο
    ξεκίνησαν από μέσα του
να ξεπηδούν ουρλιαχτά
    έβγαζε νύχια
κι άρχισε
να φτύνει οξύ
    χολή
    στα πρόσωπα των π
εραστικών.
Ούρλιαζαν εκείνοι
    αλαλάζοντας τριγυρνούσαν
στους δρόμους.
Εκείνος,
    κάρφωνε τα δάχτυλά του
    στα μάγουλά τους
(τις καρδιές άφηνε ανέγγιχτες)
    έσχιζε σάρκες
    αφαιρούσε γνάθους
μάτια έρι
χνε στο χώμα
και
    άφηνε πίσω του
ανοιγμένα κρανία.
Ώσπου, η χολή μέσα του
άρχισε να τρώει και τον ίδιο.
Ατμίζοντας δυσοσμία
    σιγά σιγά
        έφτασε
            παραπατώντας
                στο λιμάνι
κι ανοίγοντας τα χέρια
εξαφανίστηκε.
Μόνο ίχνη απ΄τα ρούχα του έμειναν
να βρωμούν αναμνήσεις.

Θ. Σίδερης, 13/11/2013

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2013

Χαμαιλέοντας

Χαμαιλέοντας
===========

Με έκανες
χαμαιλέοντα.
Το χρώμα μου
άλλαξα μαζί σου.
Μαύρος ήμουν
μίσος
μέσα μου
σκοτεινός
στα σκοτεινά κινιόμουν
στο μεσόφωτο της μέρας.
Αδειάζοντας μέσα σου
έφευγε
το χρώμα μου
άλλαζα
γινόμουν
φωτεινός.
Χρώματα γέμισα και
τώρα
μήτε μέρα γνωρίζω
μήτε νύχτα.
Μόνο χρόνο απροσδιόριστο και
φωτιά στις λαγόνες
στο μυαλό μου
και στην καρδιά μου οι πίκρες
μεταλλάσσονται τώρα
δεν ξέρω σε τι
δεν ξέρω σε πόσο.
Μακριά
μακριά φεύγω
φτερά στους ώμους και
πόδια καλπάζοντα.


Θ. Σίδερης,  07/11/2013
Στην Ε.

Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Χειμερινό(ν) δίστιχο(ν)

Και πες μου, πώς θα βγει χειμώνας,
χωρίς καλοριφέρ και κατά μόνας;

Στον Αλέξανδρο Ανδρέου
Θ. Σίδερης, 03/11/2013

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

Το πιο παράξενο φιλί

Το πιο παράξενο φιλί
================

Το πιο παράξενο φιλί
μου έδωσες απόψε.
Τη στιγμή που
ήμουν μέσα σου
το βλέμμα σου
χωμένο στο βλέμμα μου.
Νόμιζα πως θα φιλούσες τα χείλη μου
θα τα δάγκωνες
θα ψιθύριζες κάτι
θα φιλούσες ή θα δάγκωνες το στέρνο μου
θα μου προσέφερες το στήθος σου.
Εσύ
φίλησες τους καρπούς μου
τις φλέβες που ήθελα να κόψω
κι έπειτα
Γιατί;
Τρόμαξες
που άρχισα να ουρλιάζω.

Θ. Σίδερης 03/11/2013

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

Τώρα
που έξω οι δρόμοι
γεμίζουν ποτάμια
κι η ψύχρα χαϊδεύει
τα τσιμέντα
τα δέντρα
τα φανάρια στις διασταυρώσεις.
Τώρα
        που
ο πρωϊνός καφές
θα μυρίζει θαλπωρή
και
        ο αέρας στο πρόσωπο
θα ‘ναι ζωντανός.
Τώρα θα ‘θελα
        να ξυπνάω μαζί σου
να νοιώθω τα ποτάμια σου
να τρέχουν για μένα
τα χέρια σου
να ταξιδεύουν
στο παγωμένο μου πρόσωπο.
Πόσα Φθινόπωρα, ακόμη, Θεέ μου;
Πόσοι χειμώνες;

Θ. Σίδερης, 09/10/2013

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013



Με κοιτάς
            χαμογελάς
χαϊδεύεις το πρόσωπό μου.
«Άλλαξες.»
            μου λες
«Μεγάλωσες πια.
            Ανασαίνεις θύελλες τώρα.
Δαγκώνεις κεραυνούς
τα μαλλιά σου
            ανεμίζουν στον ηλεκτρισμό τους.
Στα δάχτυλά σου
παίζεις κομπολόϊ τους βράχους
και η φωνή σου βροντές.».
Κι εσύ
            ακόμη ταξιδεύεις εδώ.
Τα μακριά σου μαλλιά
            αγγίζουν τις λέξεις μου
και το μαύρο σου μακρύ φόρεμα
σκαλίζω σε πετρώματα χρόνων.

Θ. Σίδερης, 27/09/2013
Στην. Τ.Β.


Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2013

Σιωπηλό

Σιωπηλό
=======

Αυτοί που λεν πως θάνατο νικήσανε, και πόνο
κι ολόγυρα το διαλαλούν «περήφανοι κι ωραίοι»
ξυστά μονάχα έζησαν του μαχαιριού τον χρόνο
και μοναχά στα λόγια τους λογίζονται μοιραίοι.

Λέγεται πως ο Λάζαρος δεν έβγαλε ούτε λέξη
αφ' ότου αναστήθηκε, έμεινε σιωπηλός.
Αυτά που είδε κι άκουσε, ποιά λόγια να διαλέξει
να πει για του επέκεινα το «Όλα ειν’ αλλιώς»;

Αν έζησες τον θάνατο, έμαθες το όνομά του.
Κανείς δεν έχει τίποτα, εσένα να σου πει.
Αν έζησες τον θάνατο κι άγγιξες τα φτερά του
μονάχα το χαμόγελο σου πρέπει, κι η σιωπή.

Θ. Σίδερης, 16/09/2013