Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Αριθμητήριο

Αριθμητήριο
==========

Μέτρα μαλάκα!
Μέτρα τα καλοκαίρια σου
ανάποδα.
Εποχές
Φθινόπωρα και
Χειμώνες και
Άνοιξες.
Τρέχα, ξύπνα, κοιμήσου,
σφίξε γροθιές και
            δόντια
και
ψόφα!
Μαλάκα
            ψόφα.

Θ. Σίδερης, 02/07/2014


Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Αρχές Ιουνίου


Είναι εκείνες οι βραδυές,
που νομίζεις πως κάποιος
ράντισε τον ουρανό
με φωτιστικό οινόπνευμα.
Οι ίδιες βραδυές που
(μέρες τώρα)
νοιώθεις πως ακούς
τον χτύπο του ρολογιού
και βλέπεις
πως προσπέρασες τον χρόνο
πως σε προσπέρασε ο χρόνος.
Κι όταν οι περισσότερες
εικόνες στο μυαλό σου
είναι οι φλέβες σου κομμένες
είναι πια ώρα
ν' αρχίσεις τα πάντα αλλιώς.

Θ. Σίδερης, 01/06/2014, Cafe Cielo (με την Ε.Π.)



Παράξενη αίσθηση
κενό στο στομάχι
νοιώθω πως
λίγο πριν την κορυφή
κάποια βλάβη
με φέρνει πίσω
ούτε φρένο
ούτε χειρόφρενο με σταματά
δεν υπάρχει.
(Δεν υπάρχει;
            Κι εκείνο
στο μυαλό μου
τι είναι;).
Χαίρομαι.
Όταν φτάσω ξανά
στη βάση του λόφου
θα ‘μαι πάλι στην αρχή!
Κι αυτή τη φορά
τον γαμημένο
θα τον προσπεράσω.
Δεν τον ανεβαίνω
ξανά.
Έχει κι άλλους δρόμους
και πεδιάδες
και βουνά.

Θ. Σίδερης, 04/06/2014

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Ο ζωγράφος

Ο ζωγράφος
===========

Στον ύπνο του
έβλεπε μάτια.
Γυναικεία.
Τον αναζητούσαν
            τον εξέταζαν
                        τον κάρφωναν.
Προσπαθούσε να τα περάσει
στο νου του
να μπορέσει αργότερα
                        να τα ζωγραφίσει.
Κι ίσως να φτιάξει
                        και το πρόσωπο.
Όταν ξυπνούσε
            ζωγράφιζε ξυράφια.

Θ. Σίδερης, 20-21/04/2014
Όπως βυθίζεται
ο ήλιος
μέσα στα νερά
            (της Μεσογείου)
πίσω από βουνά
μέσα σε χωράφια
με μαύρο χώμα
έτσι κι εγώ
όταν βυθίζομαι μέσα σου
βυθίζεσαι μέσα μου
τριγύρω μου σκοτάδι
και μέσα μου φως.

Θ. Σίδερης, 20/04/2014

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Το μαύρο παραμύθι VI

Το μαύρο παραμύθι VI
==================

Είχαν απομείνει
βρεγμένοι
παγωμένοι
            ανάμεσα σε πτώματα και σκουπίδια
που ξέρασε η θάλασσα.
Σκυφτοί
            με βήμα αργό
γύρισαν στα σπίτια τους.
Πλένονταν
            να νοιώσουν καλύτερα
σφάλισαν
            πόρτες και παράθυρα
έτρωγαν
διάβαζαν
συζητούσαν
έκαναν έρωτα
κοιμούνταν
ξεχνούσαν τον κόσμο απ’ έξω.
Η βρώμα μπήκε από τις χαραμάδες.
Ό,τι σάπιζε
            και μουχλιασμένο νερό
τους καλούσε έξω ξανά.
Οι πιο τολμηροί
            μάζευαν
σε χωριστούς σωρούς
σκουπίδια και πτώματα
σε πλατείες
ανοιχτούς χώρους.
Άναψαν φωτιές
            τα έκαιγαν.
Ανέβαινε ψηλά ο καπνός
σκοτείνιασε ο ουρανός
θάμπωσε ο ήλιος.
Κι όταν έπεσαν οι φλόγες
άνοιξαν κρουνούς και βρύσες
να πλύνουν τη στάχτη.

Θ. Σίδερης, 15/03 – 08/04/2014

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Το μαύρο παραμύθι V

Το μαύρο παραμύθι V
==================

Η θάλασσα.
Στην αρχή
έστελνε μικρές ψιχάλες
έβρεχε τα πρόσωπα
            των ανθρώπων.
Έπειτα
            γλώσσες αλμυρού νερού
πετάγονταν
άρπαζαν ανθρώπους
τους τραβούσαν μέσα
στο πέλαγος
βαθιά
στο βυθό.
Φοβήθηκαν
            οι άνθρωποι
πώς ήταν η τιμωρία
πως η θάλασσα
έπαιρνε τους ανάξιους.
Δεν ήταν έτσι.
Όταν
            άρχισε να ξερνά
                        το άδικο
            ναυάγια
                        πνιγμένους σε φονικά
            σκουπίδια
γλοιώδεις μπάλες
πετρέλαιο
κατάλαβαν οι άνθρωποι πως
έπαιρνε τους άξιους.
Εξαγνιζόταν.
Ξέσπασε τότε
            σε άγρια κύματα
έμπαινε στους δρόμους
έπαιρνε ανθρώπους
μα δεν ξέπλενε
τα κόπρανα και τους εμετούς και το αίμα
μόνο άφηνε
            κουφάρια
σκουπίδια
μέταλλα
αποτσίγαρα.
Κάπου κάπου
            έπαιρνε παιδιά
μα κι από κείνα μόνο
λίγα
τι γνώριζε το νερό ποιό
από δαύτα θα γινόταν
άνθρωπος
και ποιό τέρας.
Κι όταν πια μετά από ώρα
ηρέμησε το νερό
φάνταζε στο Ορίζοντα
γαλανό
            και
                        καθαρό
όμορφο όσο
ποτέ
όσο πάντα.
Κι απέμειναν οι άνθρωποι
ματωμένοι
παγωμένοι απ’ τα νερά
ανάμεσα σε σκουπίδια
ποτισμένα με αλμύρα
και κουφάρια που
            σάπιζαν
για αιώνες.

Θ. Σίδερης, 21/02/2014

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

Το μαύρο παραμύθι IV

Το μαύρο παραμύθι IV
==================

Έπιασε να βρέχει.
Στην αρχή ένα όμορφο
δροσερό ψιλόβροχο
έπειτα μια δυνατή βροχή.
Άπλωναν οι άνθρωποι τις παλάμες
            προς τον ουρανό
έστρεφαν τα πρόσωπα
προς τα πάνω
και γελούσαν
γελούσαν.
Τότε
            τη στιγμή ακριβώς
που τους είχε κυριεύσει
μια νωθρή γαλήνη
οι σταγόνες άλλαξαν υπόσταση
έγιναν μαύρες
            σαν σπάνια μαργαριτάρια
καθρέφτιζαν στους ανθρώπους
            τα σφάλματά τους.
Έπειτα,
είτε έσκαγαν στον αέρα
είτε πέφτοντας κάτω έσπαζαν σε κομμάτια
θρύψαλλα μαύρο γυαλί
            πετάγονταν ολόγυρα
έκοβαν τα πόδια των
ανθρώπων
άφηναν αμυχές
            στα πρόσωπα
στα χέρια
τύφλωναν μάτια.
Ουρλιαχτά γέμισε πάλι
            ο τόπος
            και απόγνωση.
Ξυπόλυτοι πολλοί
απογυμνωμένοι
            από διάθεση
μουσκεμένοι
            από τη βροχή
έμεναν οι άνθρωποι
ακίνητοι.
Φοβισμένοι.
Τότε ήταν
που ξέσπασε η θάλασσα.

Θ. Σίδερης, 19-20/02/2014