Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

Φθινοπωρινό(ν)

Φθινοπωρινό(ν)
============

Και, καλά,
πήρες την άμμο
δάκρυα θαλασσινό νερό
έφτιαξες τον σύντροφό σου
όπως ήθελες,
ονομάτισες μέλη αγαπημένα από κορμιά και
γεύτηκες κομμάτια από σάρκες.
Και, πιο πέρα ακόμη,
τον κόσμο γύρω σου έπλασες με τα μάτια σου και
ορισμένες από τις καταστάσεις.
Τύλιξες το κάθε τι σε πανιά από λέξεις
(πολλές φορές
δίχως καν να μπεις στον κόπο να κοιτάξεις).
Περπατούσες χαρούμενη που τόσο ωραία τα είχες καταφέρει.
Τώρα;
Τώρα που εξατμίστηκε το νερό από το πρόπλασμα
και η άμμος στεγνή σου τρώει τα δάχτυλα
τί κατάλαβες;
Χάθηκε να πάρεις ένα σύννεφο να χτίσεις κόσμους;
Τί;
Δεν έχει υπόσταση το σύννεφο;
Τρομάρα σου!

Θ. Σίδερης, 17-18/09/2012

Κυριακή 1 Ιουλίου 2012

Το ξέρεις πως
οι δειλοί άνθρωποι κρύβουν μέσα τους
έναν κατά συρροή δολοφόνο;
Σκέψου το λίγο.
Πρώτα πρώτα
τον ίδιο τον εαυτό τους
έπειτα
εκείνους γύρω τους
που τους ξυπνούν τη δύναμη
την καταπίεση
σκοτώνουν το κάτι που θα τους κρατούσε την αθωότητα
την καλοσύνη
ό,τι θα τους έκανε πιο ζωντανούς.
Και, τέλος, σκοτώνουν τον έρωτα
τη ζωή
το θάρρος και την κραυγή τους
κάποιον έρωτα που φοβήθηκαν να ζήσουν
κι ίσως
κάποιες φορές
τους πιο ισχυρούς δυνάστες
σε μια έκρηξη απόγνωσης
σε μια προσπάθεια να αποτινάξουν τα δεσμά
να γυρίσουν πίσω
να ξεκινήσουν από την αρχή.

Θ. Σίδερης, 01/07/2012

(Έμπνευση: Ο κύριος Επισκοπάκης / Η εξομολόγηση ενός δειλού, Ανδρέας Μήτσου).
Σε έναν τόπο
που στολίζουμε τους τάφους με
ψεύτικα λουλούδια
(τα φυσικά μαραίνονται γρήγορα)
γλάστρες με πρασινάδες
λευκά χαλίκια να αστράφτουν στον ήλιο
τί περιμένεις;
Σε έναν τόπο που
πλακώνουμε τους τάφους με
πλάκες από μάρμαρο
με χάλκινους κρίκους
(κάποιος βέβαια
θα χρειαστεί να τους σηκώσει
για να βάλει μέσα τον επόμενο)
τί ελπίδα υπάρχει;
Ξεχάσαμε τους απλούς σταυρούς
ξύλο ή μάρμαρο
το χώμα
που τώρα πια μόνο στους ξεχασμένους υπάρχει.
Πάλι καλά που τα Σάββατα
μυρίζει κανείς ακόμη το λιβάνι
βλέπει αναμμένα καντήλια.
Αυτά
-θυμήσου το-
αυτά θα ανάψουν πάλι τη φλόγα,
είτε αναμμένα
είτε σβηστά.

Θ. Σίδερης, 30/06 και 01/07/2012

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Κι εκεί που
ήμασταν
βυθισμένοι σ' εκείνη την παράξενη θλίψη
(δεν υπήρχαν, βλέπεις, καθρέφτες,
δεν παίρναμε χαμπάρι βλέποντας
ο ένας το αίμα στο στόμα
στα χέρια του άλλου)
συννεφιά γύρω και
θαμπά τα χρώματα
το χώμα ξερό και
τα δέντρα κίτρινα ακόμη και την Άνοιξη,
σαν να ήρθαμε ξαφνικά σε συναίσθηση.
Κάποιοι
εκείνοι που από την αρχή είχαν το θάρρος
να τους βαραίνει τα γόνατα
και τις πλάτες
μας έπιασαν απαλά από τους ώμους.
Πήραν νερό
μας έπλυναν τα στόματα
τα πρόσωπα
κάποιοι μας συνόδεψαν στα σπίτια μας.
Έβγαινε το μίσος
μαύρος καπνός
δύσοσμος
από τις καμινάδες.
Εκεί που
όλα γύρω ήταν
ένα κιτρινισμένο
χολιασμένο τοπίο
κι ας μην ήμασταν έτοιμοι ακόμη εμείς
άρχισαν τα σήμαντρα να σημαίνουν Ανάσταση

Θ. Σίδερης, 20/06/2012

(Δυο κάρβουνα στο θυμιατό
και δυο κουκιά λιβάνι
κι ένας σταυρός από καπνιά
στ' ανώφλι της πατρίδας
                    Γ. Ρίτσος, «Αυγή»)

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Ερωτεύτηκε τη θάλασσα....

Ερωτεύτηκε τη θάλασσα....
=====================

Ήταν κάποτε
κάπου (εδώ, σε μας, να πω την αλήθεια)
ένας άντρας
που
(άκου να δεις τώρα)
τόσο πολύ ερωτεύτηκε τη θάλασσα
που τη δάγκωνε.
Έμπαινε μέσα της
ανάδευε τον βυθό
έψαχνε
φύκια και κοράλλια
της έπαιρνε
τα σκουπίδια που άλλοι άφηναν μέσα της για χρόνια.
Κολυμπούσε γαλήνιος
εκείνη τον τύλιγε
κι εκείνος αναμόχλευε τις σκέψεις του
τις έπλαθε μαζί με το νερό και το αλάτι της
κι έβγαινε πάντα διαφορετικός
(όχι όλες τις φορές καλύτερος).
Κι ένα βράδυ
-αν θυμάμαι καλά ήταν Αύγουστος-
Πανσέληνος χάϊδευε τα βότσαλα και τα κύματα
μπήκε σιγά σιγά ολόγυμνος μέσα της.
Δεν τον ξαναείδαμε.
Μόνο κάπου κάπου
το καταμεσήμερο ή
αργά τη νύχτα,
όταν ο Ήλιος ή η Σελήνη
κόβουν το υγρό κορμί στη μέση
βλέπουμε στον Ορίζοντα μια μικρή φιγούρα να μας χαιρετά.
Νομίζω πως
μόνο εγώ ξέρω πως είναι ευτυχισμένος.

Θ. Σίδερης, 15/06/2012

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Θερινό(ν)

Θερινό(ν)
========

Κι άλλο δεν ήθελα
τούτες τις μέρες
που ο ήλιος ξεκινά
με το ζεστό το χάδι
και καταλήγει
να κρατά στην κάψα του τα πάντα,
άλλο δεν ήθελα
τούτα τα βράδια
που ερωτεύονται σαν τρελλά τα τριζόνια
και μυρίζει ο αέρας νυχτολούλουδο και
φρούτα,
παρά να σε έχω μπροστά μου
καλυμμένη
με την άμμο μιας αμμουδιάς που στέγνωσε πάνω σου.
Και λίγο λίγο
να την αφαιρώ με τα δάχτυλά μου
κι έπειτα με τα χείλη μου
να παίρνω
απ΄ την καθαρισμένη σάρκα το αλάτι.
Γελάς;
Σκέψου...
...θα 'ταν η ευκαιρία μου
ν' αγγίζω αμέτρητες φορές το σώμα σου.

Θ. Σίδερης, 14/06/2012

Τετάρτη 6 Ιουνίου 2012

Οι ξένοι

 Οι ξένοι
========


Τους ακούς τους καλπασμούς
από τις οπλές;
Τα τσεκούρια που σφυρίζουν στον αέρα
τα ακούς;
Όχι ακόμη...
...τον κουρνιαχτό τον βλέπεις;
Νοιώθεις τον
φόβο που ξυπνάει μέσα σου;
Τους χτύπους της καρδιάς σου
που πληθαίνουν;
Εκεί βρίσκονται οι καβαλάρηδες που έρχονται.
Από εκεί ξεκινούν.
Έχουν στα πρόσωπά τους
κρεμασμένους καθρέφτες
τον εαυτό σου θα δεις κοιτάζοντάς τους.
Και, ξέρεις, δεν έρχονται για εκείνους
για εμάς έρχονται.
Εμείς σωπαίναμε.

Θ. Σίδερης, 07/06/2012