Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Πορεία

(Σ' Εκείνη)

Στην αρχή
ήταν εκείνες οι μέρες που
ίδρωναν με το βλέμμα και
οι ανάσες γίνονταν κοφτές
από μόνες τους
τα
αγγίγματα δεν σταματούσαν και
ολόγυρα υπήρχε ένα πέπλο θολο από υγρασία
που μας τύλιγε.
Θυμάσαι;
Κι έπειτα
ήταν εκείνη η πορεία που
δεν έπαυε να υπάρχει το «θέλω»
δεν έπαυε να υπάρχει το «είμαι»
το «εδώ»
το «μαζί σου».
Όχι πως ήσαν όλες οι μέρες με λιακάδα
(Θυμάσαι τις συννεφιές μας;).
Και τώρα
που οι πτυχές στα πρόσωπα και τα κορμιά
κοντεύουν να γίνουν πιο πολλές
απ' τις πτυχές στα σεντόνια
τώρα που
τα βλέμματα κρύβουν ακόμη τη σπίθα και
κρυφά χαμόγελα μας ντύνουν τον ύπνο
σε θέλω περισσότερο από τότε.

Θ. Σίδερης 06/04/2012

Πρόταση

Σαν μετέωρο μες στο νερό
σώμα αδρανές, ούτε βαρύτερο
ούτε ελαφρύτερο
παρά μόνο αδρανές
έτσι να βλέπεις τον εαυτό σου
να μπαίνεις σιγά σιγά στο λαγούμι μέσα σου
και σκάβοντας να βρίσκεις τα κρυμμένα
θησαυρούς από διαμάντια και κομμάτια χρυσό
και άνθρακες θαμμένους στα πετρώματα
(μη τους νομίζεις άχρηστους).
Κάρβουνα από παλιές φωτιές
μισοκαμμένα ξύλα
αποφάγια και σκουπίδια που κάποτε είπες
«Θα τα πετάξω.»

αλλά έπειτα προχώρησες και τ' άφησες πίσω.
Σαν μετέωρο μέσα στο νερό
σώμα αδρανές στη σιωπή
έτσι να φέρεις τον εαυτό σου, σ' αυτήν την κατάσταση.
Να μην το βαρυέσαι.
Ξέρεις πόσες αντάρες και κεραυνούς,
θύελλες και τέρατα
και βαθιά πηγάδια
κρύβει η σιωπή;
Κι όταν πια φωτίσεις όλο το σπήλαιο
εκείνο το ορυχείο που σκάβεις λίγο λίγο μέσα σου
-θυμήσου τα λόγια μου-
θα δεις (ξαφνικά συνήθως) πως είναι
πεδιάδα ηλιόλουστη την Άνοιξη
γεμάτη φως και χρώματα και μυρωδιές
και κατάνυξη.


Θ. Σίδερης, 03/04/2012

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Τα καταραμένα πλεχτά

Ειν' τα πλεχτά μου καμωμένα από λέξεις.
Άλλες βαλμένες στη δροσιά, κι άλλες καυτές.
Μπορείς να πάρεις όποιες θες για να διαλέξεις
και να μιλήσεις στην αγάπη σου μ' αυτές.

Ειν' τα πλεχτά μου καμωμένα από λέξεις.
Άλλες καθάριες σαν νερό, κι άλλες θολές.
Χειρίσου τες με προσοχή˙ και να μην παίξεις.
Το φταίξιμο πως ειν' δικό μου να μη λες.

Μα ένας φόβος πια σκεπάζει τις βελόνες
που κυβερνάνε της ζωής μου τους αιώνες
πως μια κατάρα έχουν τα πλεχτά μου μάλλον.

Κι αν είναι μες στο φως ή το σκοτάδι
αν ειν' σκληρά ή μαλακά όπως το χάδι
ειν'τα πλεχτά μου για τους έρωτες των άλλων.


Θ. Σίδερης, 12 κ΄ 13/03/2012

Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012

Ημίφως

Ήταν
το μισόκλειστο παντζούρι
η ζέστη που 'χε μείνει κλεισμένη
στο δωμάτιο
οι αχτίνες του ήλιου που τρύπωναν
οι ξέπνοοι ήχοι της πόλης απ' έξω.
Κι ήταν
το σώμα σου ξαπλωμένο ανάσκελα
με κείνη την ελαφρά κλίση
(η μανία σου να πιάνεις όλο το στρώμα
αν μπορούσες!)
τα χέρια σου στα πλαϊνά
του μαξιλαριού.
Κι ήταν
εκείνο το λευκό μπλουζάκι
και η φούστα που 'χες ανεβάσει
ψηλά.
Ήταν ο ύπνος σου.
Ήσουν εσύ.
Ο ιδρώτας στο λαιμό και τα στήθη
οι αχτίνες του ήλιου στους μηρούς σου.
Πώς θα μπορούσα να αντέξω;
Κι όταν οι ψίθυροι έγιναν βογγητά
και τα βογγητά μικρές κραυγές
και οι κραυγές πάλι χαμόγελα και ψίθυροι
ήταν
τα χέρια σου στο πρόσωπό μου και
το βλέμμα σου
που μου θύμισαν
πόσο χαίρομαι κάθε φορά που μαθαίνω το σώμα σου.

Θ. Σίδερης, 14/02/2012

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Αιθεροβάμων

Κι εσένα που σου άρεσε
να πατάς πάνω στα σύννεφα!
Με σύννεφα σχημάτιζες λέξεις
με υδρατμούς από βροχές και δάκρυα
ζωγράφιζες φράσεις.
Και περίμενες τάχα
παρόμοιο χέρι να πιάσει το χέρι σου
να πιει τις λέξεις σου.
Τώρα;
Μικρέ περπατητή των άστρων;
Τι λες τώρα;
Που σκλήρυναν τα σύννεφα και
    μόνο οδοστρώματα γύρω λερωμένα με αποτσίγαρα
    έμειναν να πατήσεις;
Τώρα
μικρέ περπατητή των αιθέρων
πρέπει να φτιάξεις δικά σου μονοπάτια στα νέφη...

Θ. Σίδερης, 31/01/2012

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Στόρια κλειστά

Ήταν
μια μυρωδιά αδιόρατη από σάρκα
γεύσεις από ιδρώτα και
στα αυτιά μου ήχοι από ψιθύρους.
Κι ήταν
αγγίγματα σε αγγίγματα και
στο σκοτάδι έλαμπαν φώτα
στραφτάλιζε το χνούδι στη γύμνια σου
να μαθαίνω τον δρόμο.
Κι όταν ήρθε η στιγμή
που πρόφερες το όνομά μου με βογγητά
και τα νύχια καρφώνονταν στην πλάτη
ήταν τότε
που έμαθα κι εγώ να προφέρω τις λέξεις αλλιώς.
Ήταν τότε
που έμαθα κι εγώ να προφέρω τις λέξεις σωστά.

Θ. Σίδερης 27/01/2012

27/01/2012

Σπείραμε
    με λάθος τρόπο
        σε λάθος χωράφια.
Αντί να χώσουμε τα δάχτυλά μας
    βαθιά στη γη
να νοιώσουμε
        την πνοή του γεωσκώληκα
        την υγρασία απ'το χώμα και
        την υπόσχεση του σπόρου
        τις συμβουλές που κρύβουν οι τάφοι
Εμείς
    σκάβαμε ο ένας τα σπλάχνα του άλλου
         με υποσχέσεις και θυμούς
         ιδρώτες και τίποτα
         εγωϊσμούς και εκμετάλλευση.
Τώρα;
Τώρα δεν μένει πια παρά
    να νοιώσουμε τον πόνο της πρόσκρουσης
    και ματωμένοι να σηκωθούμε ξανά.
Α, ναι.
Πάντα ματωμένοι προχωρούσαμε
δεν θυμάσαι;
Δεν θυμάσαι.
Είναι μικρή η μνήμη μας.

Θ. Σίδερης, 26-27/01/2012