Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Στόρια κλειστά

Ήταν
μια μυρωδιά αδιόρατη από σάρκα
γεύσεις από ιδρώτα και
στα αυτιά μου ήχοι από ψιθύρους.
Κι ήταν
αγγίγματα σε αγγίγματα και
στο σκοτάδι έλαμπαν φώτα
στραφτάλιζε το χνούδι στη γύμνια σου
να μαθαίνω τον δρόμο.
Κι όταν ήρθε η στιγμή
που πρόφερες το όνομά μου με βογγητά
και τα νύχια καρφώνονταν στην πλάτη
ήταν τότε
που έμαθα κι εγώ να προφέρω τις λέξεις αλλιώς.
Ήταν τότε
που έμαθα κι εγώ να προφέρω τις λέξεις σωστά.

Θ. Σίδερης 27/01/2012

27/01/2012

Σπείραμε
    με λάθος τρόπο
        σε λάθος χωράφια.
Αντί να χώσουμε τα δάχτυλά μας
    βαθιά στη γη
να νοιώσουμε
        την πνοή του γεωσκώληκα
        την υγρασία απ'το χώμα και
        την υπόσχεση του σπόρου
        τις συμβουλές που κρύβουν οι τάφοι
Εμείς
    σκάβαμε ο ένας τα σπλάχνα του άλλου
         με υποσχέσεις και θυμούς
         ιδρώτες και τίποτα
         εγωϊσμούς και εκμετάλλευση.
Τώρα;
Τώρα δεν μένει πια παρά
    να νοιώσουμε τον πόνο της πρόσκρουσης
    και ματωμένοι να σηκωθούμε ξανά.
Α, ναι.
Πάντα ματωμένοι προχωρούσαμε
δεν θυμάσαι;
Δεν θυμάσαι.
Είναι μικρή η μνήμη μας.

Θ. Σίδερης, 26-27/01/2012

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

2 νέα ποιήματα σήμερα :)

Τα πρωϊνά ξυπνούσε ουρλιάζοντας.
Όχι ότι δεν είχε κοιμηθεί όλη νύχτα ήσυχος.
Αλλά τα πρωϊνά ξυπνούσε ουρλιάζοντας.
Τότε κατάλαβε πως
φοβόταν τις μέρες.
Οι νύχτες ήσαν πια πιο ασφαλείς.
Οι κίνδυνοι κρύβονταν στο φως
σαν να υλοποιούνταν ξαφνικά στον αέρα
και να επιτίθονταν
να ορμούσαν στους ανυποψίαστους.
Περίεργος φόβος
να μην αντέχεις τη μέρα.
Περίεργη αίσθηση
να νοιώθεις ασφαλής στο σκοτάδι.

Θ. Σίδερης, 11/11/2011


Στη γειτονιά μας
δεν έχουμε άστεγους
πρεζόνια
μόνο κάπου κάπου
κανένας ζητιάνος
(συχνά μετανάστης ή γύφτος)
στην εκκλησία τις Κυριακές απλώνει το χέρι.
Στη γειτονιά μας δεν έχουμε
σειρήνες και ουρλιαχτά
ε, καμμιά μικροκλοπή κάπου κάπου
αλλά αυτά είναι
στα λογικά πλαίσια, σωστά;
Ούτε βιασμούς έχουμε
ούτε φωτιές.
Είναι ήσυχη η γειτονιά μας.
Γι' αυτό και φοβόμαστε περισσότερο.


Θ. Σίδερης 11/11/2011

Η γιορτή ανάποδα

Η γιορτή ανάποδα
==============

Λοιπόν...άκου πως έγινε.
Είχαμε μαζευτεί στο σπίτι.
Γελούσαμε δυνατά.
Τρώγαμε από τα εδέσματα
(συχνά κρυφά όσοι μπορούσαμε
είχε βλέπεις τη γοητεία της η κοροϊδία)
πίναμε μεγάλες γουλιές
(δεν μας ένοιαζε βλέπεις αν υπήρχε κρασί σε όλα τα ποτήρια
η δική μας μέθη ήταν το ζητούμενο).
Έπειτα
κλείναμε σιγά σιγά τα φώτα.
Μόνοι μας
ένα ένα.
Μεθυσμένοι και
με βαριές ανάσες από το φαΐ και την αχόρταγη λαγνεία.
Αφήσαμε την πόρτα μισάνοιχτη.
Ακόμη και μέσα στο σκοτάδι
τρώγαμε ακόμη και πίναμε όσο μπορούσαμε χασκογελώντας κρυφά.
Εκείνοι μπήκαν σιγά σιγά στο σπίτι
άρχισαν να ψάχνουν.
Στο τραπέζι υπήρχαν μονάχα κάτι αποφάγια
κι έτσι
αποφάσισαν να ψάξουν στα ντουλάπια
να σηκώσουν τα έπιπλα
τα κάδρα στους τοίχους
με τα ακρογιάλια και τους ελαιώνες
και τις εικόνες των Αγίων.
Εμείς είχαμε μαζευτεί σε μια γωνιά
ναρκωμένοι
χορτάτοι βλέπεις.
Στην αρχή γελούσαμε
έπειτα άρχισε ο φόβος
τα κλάμματα
ξυπνούσαμε με κλάμματα
(το κλάμμα βλέπεις, είτε σε αποκοιμίζει είτε σε ξυπνά)
τις προσευχές τις θυμηθήκαμε στο τέλος.
Κι έπειτα
ανάψαμε τα φώτα απότομα!
Όλοι μαζί!
Ουρλιάξαμε
ΕΚΠΛΗΞΗ!!!!
Και πετάξαμε τους αφεαυτοίς καλεσμένους έξω από το σπίτι.
Τί;
Μη με ρωτάς...δεν ξέρω αν μετά μαζέψαμε τα απομεινάρια όλοι μαζί.
Δεν ξέρω αν μάθαμε να μοιραζόμαστε το κρασί και το ψωμί.
Με ρωτάς για μέρες που δεν ήρθαν ακόμη...

Θ. Σίδερης, 10/11/2011

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Δεν είμαι δάσκαλος

Όχι, δεν είμαι δάσκαλος.
Μόνο να˙ κάποιες φορές μου μιλάνε τα σύννεφα
και η βροχή μου ζητά εξηγήσεις.
Δεν είμαι δάσκαλος.
Μόνο να˙ καμμιά φορά
οι πέτρες στους δρόμους
μου μιλούν για τα παπούτσια
των περαστικών
τις κουβέντες των ερωτευμένων
τα αποτσίγαρα
τα φτυσίματα και τα απόνερα
για ίχνη από ρόδες και σκόνη
φωνές και ουρλιαχτά
για σειρήνες
για τη σιωπή.
Όχι, δεν είμαι δάσκαλος.
Μόνο κάπου κάπου
στρέφω το βλέμμα μου στον
            ήλιο τη μέρα
            καίνε τα μάτια μου
και τις νύχτες
κρατάω στις χούφτες μου απ’ το φως
σταγόνες από φεγγάρι
και κομμάτια σκοτάδι να σμιλεύω το ολόκληρο.
Δεν είμαι δάσκαλος.
Μόνο κουράστηκα να μαθαίνω.

Θ. Σίδερης, 21/10/2011

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

Φαντάσου ο άνεμος
να κουβαλούσε ξυράφια
η βροχή
να κουβαλούσε κομμάτια χολής
και το νερό που δροσίζει τα χείλη σου
να ήταν φαρμάκι.
Κι έπειτα
σε κείνες τις στροφές της ζωής
που γίνονται βιβλία
στάσου μικρέ μαθητή κι αφουγκράσου.
Τη συνείδησή σου
τις φωνές των ανθρώπων
το πριν και το τώρα.
Στάσου μικρέ μαθητή και στοχάσου.
Πως ο άνεμος
η βροχή
το νερό που δροσίζει τα χείλη σου
είναι όπως είναι.

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

Γκρίζες, Φθινοπωρινές ημέρες...

Μικραίνει η μέρα...τώρα πια όταν ξυπνάς το πρωί, είναι ακόμη σκοτάδι.
Ησυχία....καφές...τσιγάρο...σκέψεις...υποχρεώσεις...το πρόσωπό της...η απουσία του κορμιού στο κρεββάτι σου...σύντομα...σύντομα;...ποτέ;...δύσκολος τούτος ο μήνας...πώς τα έκανα έτσι...ετοιμάζεσαι...
Κοιτάς το φως που ρίχνει το ξημέρωμα...τούτο το περίεργο γαλάζιο που σπάει το σκοτάδι...σε διαλύει το χάδι;...έτσι κι εδώ...ένα χάδι από φως που, όταν αγγίξει το σκοτάδι, το διαλύει...
Σώματα...
Στο δρόμο για τη δουλειά...να 'τανε λέει το αυτοκίνητο από σύννεφο κι εσύ να 'σουν αποδομημένος...εκατομμύρια μικρά κομμάτια...και να σηκωνόσουν λέει ξαφνικά, και να πετούσες πάνω από όλα...κι έπειtα να χάνονταν, και αυτοκίνητο και δρόμοι και σκέψεις και όλα...και να πετούσες πάνω από θάλασσα...γρήγορα...και να βουτούσες...δροσιά και ζωή...ή να πετούσες πάνω από τη γη τούτη...από κάμπους και πλαγιές και δέντρα...
Γυρίζεις πίσω...είσαι εδώ...είσαι τώρα...και μπροστά είναι βουνό και σκοτάδι...κι εσύ αισθάνεσαι δυνατός...επειδή είναι ο μόνος δρόμος... κι επειδή έχεις κάτι που λέγεται εαυτός...και φοράς κι έναν σταυρό στο λαιμό σου...