Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

Το Όνειρο

Το Όνειρο

I
Είδα στον ύπνο μου
            απόψε
πως περπατούσα
ξυπόλητος
σε ένα χωράφι
            γεμάτο με αγκάθια.
Δεν πονούσα
            (σπάνια πονά κανείς στα όνειρα
νοιώθει όμως τη φρίκη του πόνου και του φόβου).
Ηλιόλουστη η μέρα μα
            -άκου τώρα!-
από πάνω μου έλαμπαν αστέρια!
Σε είδα
            μακριά
            στην άκρη του χωραφιού.


II
Σιγά σιγά
στο χωράφι άνοιξε μονοπάτι.
Μα πάντα εκεί τα αγκάθια
και πάντα εκεί τα αστέρια.
Φαινόσουν τώρα
            καλύτερα.
Πλησίαζα
χαμογελούσες
και στα χέρια σου κρατούσες μαχαίρι.


III
Περπατούσαμε μαζί
αμμουδιά τώρα
στα πόδια μου.
Εκεί που
            έχω τον κιρσό
άνοιξε
            και άρχισε στη γάμπα
και τον μηρό μου
να ανεβαίνει κισσός.
Άνθισε
            στα σκέλια μου
έβγαλε
            περίεργα εύοσμα φρούτα.
Συνέχιζες να χαμογελάς
            μα ήταν εκεί που μου κάρφωσες το μαχαίρι.


IV
Ούτε τότε ένοιωσα πόνο.
Μόνο την ανατριχίλα της λάμας
και τον τρόμο του χαμόγελού σου.
Έμεινα για ώρα
            με το μαχαίρι καρφωμένο κατάστηθα.
Ένοιωθα
να περνά την καρδιά μου.
Στα πόδια μου
            ξαναφύτρωσαν αγκάθια
άφηναν λέει πληγές.
Έπεφταν τα αστέρια.
Ο ουρανός συννέφιασε
και πήρε να βρέχει.
«Δεν αντέχω τη βροχή»
είπες.
Έφυγες.


V
Μόνος τράβηξα
το μαχαίρι.
Μόνος ξερίζωσα
τον κισσό.
Μόνος σήκωσα
τα ματωμένα πόδια μου από τα αγκάθια.
Μόνος του βγήκε ξανά
            ο ήλιος
            υπέρλαμπρος.
Και στη θάλασσα
βουτώντας ως τη μέση
ξέπλενα τα αίματα.

Θ. Σίδερης, 29/10/2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου